Η εξουσία στις εταιρείες; Η Νεοφιλελευθεροποίηση των Κοινωνικών Κινημάτων

Μια παγιωμένη παρανόηση είναι ότι ο veganism σημαίνει απλά την αλλαγή των ατομικών καταναλωτικών συνήθειων και ότι αυτό θα οδηγήσει στη κοινωνική αλλαγή. Ωστόσο, αυτή η σύγχυση του veganism με τον καταναλωτισμό ως στρατηγική για την αλλαγή, είναι μια αρκετά πρόσφατη εξέλιξη που έχει τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του '70 με την άνοδο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας· και προέρχεται εκτός του veganism.

Η χθεσινή δημοσίευση περιλάμβανε ένα απόσπασμα από το "Μια συζήτηση με τον Tom Regan", δημοσιευμένη στο περιοδικό Ahimsa του Οκτωβρίου/Δεκεμβρίου 1987, όπου ο Regan λέει:

«Οι άνθρωποι θεωρούν τους ακτιβιστές ως ανταγωνιστές στην όποια αντιπαράθεση, και ούτω καθεξής. Θεωρώ τους ακτιβιστές ως ανθρώπους με ένα δολάριο στο πορτοφόλι· κατ’ αυτό τον τρόπο φαντάζομαι τους πραγματικούς ακτιβιστές».

Ακτιβιστής είναι ο καθένας που πηγαίνει στην αγορά με ένα δολάριο στο χέρι, και ο οποίος λέει «θα αγοράσω αυτό παρά εκείνο επειδή έχει κάτι να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα ζώα».

Αυτό το απόσπασμα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νεοφιλελευθεροποίησης των κοινωνικών κινημάτων. Ενώ η νεοφιλελευθεροποίηση στοχεύει τον veganism, στοχεύει γενικότερα και τα κοινωνικά κινήματα αλλαγής. Για παράδειγμα, το πράσινο κίνημα πάσχει επίσης από νεοφιλελευθεροποίηση, όπου βλέπουμε «τους πραγματικούς ακτιβιστές» ως μεσοαστούς καταναλωτές που αγοράζουν τα πάντα, από μια λάμπα φθορισμού στην αλυσίδα super market Wal Mart μέχρι τα Toyota Prius. Αυτό είναι σε άμεση αντίθεση με το πράσινο κίνημα της δεκαετίας του '60, όπου κυρίως γυναίκες από κοινότητες της εργατικής τάξης και έγχρωμες κοινότητες αγωνίστηκαν για την περιβαλλοντική δικαιοσύνη μέσα από την δημόσια λογοδοσία και τον έλεγχο της κυβέρνησης και της βιομηχανίας.

Η νεοφιλελευθεροποίηση των πολιτικών κινημάτων ενισχύεται από τη ρητορική της «δύναμης των καταναλωτών». Αυτό υπονοείται στο απόσπασμα του Regan – ότι ως καταναλωτές έχουμε τη δύναμη να δημιουργήσουμε την αλλαγή «ψηφίζοντας με τα χρήματά μας». Έτσι «ψηφίζουμε» για «αυτό παρά εκείνο επειδή αυτό έχει κάτι να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα ζώα», ή την κατανάλωση ενέργειας, ή οποιοδήποτε ζήτημα. Αλλά αυτή η «δύναμη του καταναλωτή» είναι ένας μύθος.

Σε αυτή την κατάσταση η δύναμη δεν βρίσκεται στον καταναλωτή, αλλά στα χέρια των εταιρειών που κατασκευάζουν τα καταναλωτικά αγαθά. Σε τελική ανάλυση, οι καταναλωτές δεν ελέγχουν τα μέσα παραγωγής, αλλά οι εταιρείες. Έτσι ενώ οι εταιρείες διατηρούν τον έλεγχο, η ρητορική της «καταναλωτικής δύναμης» μετατοπίζει την ευθύνη προς το μεμονωμένο καταναλωτή. Αυτό ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη ρητορική «της προσωπικής ευθύνης» η οποία χρησιμοποιείται για την κατάλυση των κοινωνικών προγραμμάτων που δημιουργούνται για να αντιμετωπίσουν την κοινωνική καταπίεση.

Επιπλέον, η ρητορική του «ψηφίζω με το χρήμα» κρύβει μέσα από τη ρητορική της «δημοκρατίας» αυτό που στην πραγματικότητα είναι ο αυξανόμενος έλεγχος των εταιρειών στη ζωή μας. Οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί, και οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ, χρησιμοποιούν αυτό το προσωπείο της «δημοκρατίας» για να δικαιολογήσουν τη μείωση της δημόσιας λογοδοσίας και του έλεγχου των εταιρειών. Έτσι ο νεοφιλελεύθερος μύθος της «δύναμης του καταναλωτή», στην πραγματικότητα οδηγεί σε μια λιγότερη δημοκρατική κοινωνία. Αυτό έχει σοβαρές συνέπειες για τα κοινωνικά κινήματα καθώς όλο και περισσότερη δύναμη μετατοπίζεται από εμάς συλλογικά «το λαό» στις εταιρείες.

Μέσα από τη ρητορική της «δημοκρατίας», τα νέα προϊόντα παρουσιάζονται ως συμβολή στην «ελευθερία της επιλογής». Αλλά αυτά τα νέα προϊόντα δεν αποτελούν πραγματικά μια σοβαρή απειλή για το κατεστημένο. Στην πραγματικότητα επεκτείνουν τις αγορές οι οποίες προσφέρουν νέο χώρο στις εταιρείες, ώστε να αυξήσουν τα κέρδη τους. Και αυτές οι νέες αγορές είναι προσιτές μόνο σε μια προνομιούχα τάξη καταναλωτών με τα μέσα και τη προθυμία να πληρώσουν.

Οι «επιλογές» για τους λιγότερο εύπορους και για τους καταναλωτές της εργατικής τάξης, καθώς και για πολλούς καταναλωτές που ζουν σε κάποιες αγροτικές ή αστικές περιοχές, περιορίζονται στα φτηνότερα και ευρύτερα παραγόμενα προϊόντα αντίστοιχα. Αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι καταναλωτές δεν θα έχουν πρόσβαση στα περισσότερα από αυτά τα νέα προϊόντα και θα αναγκαστούν να καταναλώσουν τα παλιά προϊόντα. Εν συνεχεία, σύμφωνα με τη ρητορική της «προσωπικής ευθύνης», αυτοί οι καταναλωτές γίνονται το αντικείμενο επιπλήξεων για τις λεγόμενες «καταναλωτικές επιλογές» τους. Με το να εστιάζουν στην «επιλογή του καταναλωτή» και στην «ευθύνη», οι εταιρείες και η καταπιεστική δομή που τις υποστηρίζει αποφεύγουν την αμφισβήτηση.

Ακόμα χειρότερα, φτάνουμε να βλέπουμε αυτές ακριβώς τις εταιρείες – αντί τους εαυτούς μας ως συλλογική κοινότητα – σαν την πηγή της αλλαγής και της καινοτομίας. Αυτό οδηγεί στη συρρίκνωση της συλλογικής γνώσης, της δύναμης και του ελέγχου πάνω στις ζωές μας.

Όσον αφορά την τροφή, αυτό ενισχύει την τάση προς τα επεξεργασμένα τρόφιμα και τα τρόφιμα ευκολίας. Η τροφή δεν είναι πλέον κάτι που παράγουμε μόνοι μας ως πολιτισμός και ως κοινότητα, αλλά κάτι που αποκτάμε από τις εταιρείες. Απαντώντας σε μια προηγούμενη δημοσίευση σε αυτό το τελευταίο σημείο, ένας σχολιαστής έγραψε:

Πάρα πολλές πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας είναι «ευκολίες» που δεν θα θέλαμε να ζήσουμε χωρίς αυτές (π.χ. βιβλιοθήκες, τρεχούμενο νερό, ηλεκτρικό ρεύμα). Πού τραβάει κάποιος τη γραμμή μεταξύ της ευκολίας και του βιοτικού επιπέδου; Δεν νομίζω ότι η ευκολία και η δικαιοσύνη είναι απαραίτητα αντικρουόμενες έννοιες.

Αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα της λογικής του νεοφιλελευθερισμού. Ο σχολιαστής (λανθασμένα) συγκρίνει τα Boca Burgers, μια επεξεργασμένη τροφή ευκολίας που παράγεται από μια πολυεθνική εταιρεία, με τους δημόσια ελεγχόμενους και υπόλογους θεσμούς και οργανισμούς κοινής ωφέλειας όπως οι βιβλιοθήκες, το νερό και η ηλεκτρική ενέργεια. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ καταναλωτικών προϊόντων όπως τα Boca Burgers και των βιβλιοθηκών, του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας διαστρεβλώνονται και παραβλέπονται. Αυτό υπογραμμίζει το πως κάτω από τον ιδεολογικό έλεγχο του νεοφιλελευθερισμού, οι βιβλιοθήκες, το τρεχούμενο νερό και η ηλεκτρική ενέργεια απειλούνται με ιδιωτικοποίηση και έλεγχο από τις εταιρείες.

Η συντριπτική επίδραση της νεοφιλελευθεροποίησης, έτσι όπως διατυπώνεται στη ρητορική της «δύναμης του καταναλωτή» και της «δημοκρατίας», είναι να μετατοπίσει τη δύναμη και τους πόρους από εμάς τον λαό στις εταιρείες. Μέσω της νεοφιλελευθεροποίησης, τα κοινωνικά κινήματα που επιδιώκουν την αλλαγή ιδιωτικοποιούνται, εξατομικεύονται, αποπολιτικοποιούνται και περιθωριοποιούνται. Ενώ καθιστά τα κοινωνικά κινήματα αναποτελεσματικά, ο μύθος της «δύναμης του καταναλωτή» αφομοιώνει αυτά τα κινήματα μέσα στη διαδικασία της ενίσχυσης και της επέκτασης της καταπιεστικής δομής.

Όπως λέει η Kath Clement στο βιβλίο της Γιατί Vegan: Η Ηθική της διατροφής & η ανάγκη για αλλαγή (Why Vegan: The Ethics of Eating & the Need for Change):

Στην πραγματικότητα είναι η άθλια ψεύδο-λογική των οικονομικών που έχει παράγει πείνα σε έναν κόσμο αφθονίας. Σίγουρα χρειάζεται να φέρουμε τους ανθρώπινους και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες στην εξίσωση. Οι αληθινοί μας πόροι βρίσκονται όχι στις ράβδους χρυσού και στις «αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης» αλλά στον πλούτο της γης και στην ικανότητα των ανθρώπων.

(Αρχικό άρθρο μεταφρασμένο από τα Αγγλικά στα Ελληνικά από ecoChris.)